μικροσφυξία

μικροσφυξία
μικροσφυξία, ἡ (Α) [μικρόσφυκτος]
αδυναμία τού σφυγμού, αδύνατος σφυγμός.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • μικροσφυξία — μικροσφυξίᾱ , μικροσφυξία weakness of pulse fem nom/voc/acc dual μικροσφυξίᾱ , μικροσφυξία weakness of pulse fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μικροσφυξίαι — μικροσφυξίᾱͅ , μικροσφυξία weakness of pulse fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μικροσφυξίαν — μικροσφυξίᾱν , μικροσφυξία weakness of pulse fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μικροσφυξίαις — μικροσφυξία weakness of pulse fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”